Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

(don't) play it again Sam!


Δεν χρειάζεται να ακούσεις και να δεις ζωντανά παραπάνω από ένα σόλο του Michel Camilo, για να διαπιστώσεις ότι ζεις μια μοναδική και σπάνια εμπειρία ακούγοντάς τον πίσω από το πιάνο, ότι απολαμβάνεις τη γενναιόδωρη κατάθεση ενός μεγάλου μουσικού, που σφύζει από ενέργεια και μουσική -και που νιώθεις ότι αν δεν εκραγεί επί σκηνής, κάτι δεν ολκοκληρώθηκε. Παρ'όλα αυτά, είχαμε τη σπάνια τύχη (τύχη σίγουρα ονομάζονται αυτές οι περιπτώσεις) να τον απολαύσουμε για παραπάνω από δύο ώρες την προηγούμενη Πέμπτη στο Μέγαρο. Και ως γνωστόν, η μαγεία ποτέ δεν εξηγείται ούτε περιγράφεται και δύσκολα χωράει σε λέξεις.

Δεν χρειάζεται να δεις παραπάνω από δύο λεπτά κάποιας σκηνής με τον Tommy Lee Jones για να διαπιστώσεις πόσο bigger-than-life ηθοποιός είναι και πόσο σπάνιο είναι πλέον στον κινηματογράφο να "κρέμεται" όλο το σενάριο, όλη η συγκίνηση, όλη η ουσία, από το βλέμμα και μόνο του ηθοποιού -ενός ηθοποιού που ποτέ δεν εκβιάζει με την ερμηνεία του, ποτέ δεν υπερβάλλει ούτε δείχνεται, ποτέ δεν καταφεύγει σε συναισθηματικά κλισέ και μανιέρες, σχεδόν καλά καλά δεν χρειάζεται καν να μιλήσει ούτε να πει καμιά μεγαλοπρεπή και στομφώδη ατάκα.

Δεν χρειάζεται να δεις παραπάνω από μία φορά την ταινία των αδερφών Cohen 'No Country For Old Men' για να νιώσεις ότι μπορείς ακόμα να πηγαίνεις στο σινεμά και να βλέπεις αριστουργήματα. Φαντάζομαι, βέβαια, ότι εξίσου απολαυστική θα είναι και η δεύτερη και η τρίτη φορά... [Και να σκεφτείς ότι η πρώτη στιγμή που ακούσαμε μουσική στην ταινία ήταν στους τίτλους τέλους.]

Από την άλλη (και δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό) ίσως να χρειάζεται αρκετές φορές να ακούσεις το καινούριο album των Portishead ώστε να το συνηθίσεις και να το αισθανθείς ως φυσική συνέχεια (έστω και μετά από 10 χρόνια) των δύο πρώτων εμβληματικών κυκλοφοριών. Στην πέμπτη ακρόασή του, έχει αρχίσει να με πείθει ως album. Όχι ακόμα ως Portishead -αν και γι αυτό μπορεί να φταίνε απλώς οι (πάντα αυθαίρετες) προσδοκίες μου. Όλα είναι στη θέση τους και όλα σωστά φαίνονται, μόνο που διακρίνει κανείς το επιβεβλημένο της κυκλοφορίας: σαν να έπρεπε να κυκλοφορήσουν κάτι.
Ίσως αναθεωρήσω κάποια στιγμή. Ευτυχώς. Ο καιρός, που είναι και σοφότερος, θα δείξει. Προς το παρόν ξεχωρίζει στα αυτιά μου το 'Magic Doors' και για αυτό ας το μοιραστούμε κάνοντας κλικ ΕΔΩ.

4 σχόλια:

cogito είπε...

Εγκρίνω και με το παραπάνω το σχολιασμό σου για την ταινία. Αν και θα σε διορθώσω. Για πρώτη φορά ακούμε μουσική στην ταινία όταν ο μυστακοφόρος ήρωας ξυπνάει στο δρόμο από την ημιτελή εκέτλεση ενός άσματος από μια μεξικάνικη μπάντα του δρόμου. Και η δεύτερη φορά είναι στους τίτλους τέλους... (Σοβαρή διόρθωση, έ; αλλά το πρόσεχα κι εγω, σκεφτόμουν : "δε θ΄ ακούσουμε τίποτις;...τόσο πολύ πια θα μας υποβάλει; δεν μας λυπάται;...")

Τα σέβη μου

Υ.Γ. Επιτέλους, ανοίξαμε...

costinho είπε...

Κι όμως, εγώ δεν το σκεφτόμουν καν. στους τίτλους πλέον το κατάλαβα. Επίσης, θυμάμαι τη σκηνή με τους Μεξικάνους, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν λογίζω (για αυτή την ταινία συγκεκριμένα) ως μουσική επένδυση την on-shooting μουσική που απλά εξυπηρετεί την ανάγκη του σεναρίου -και φυσικά (έτσι όπως είναι γυρισμένη η συγκεκριμένη σκηνή) μας υπενθυμίζει απαράμιλλα ότι παρακολουθούμε ταινία των Κοέν.

postofficebuddy είπε...

Θα συμφωνήσω στο έπακρο ως προς την ερμηνεία του Tommy Lee Jones. Το αγαλματάκι Β' ανδρικού ρόλου πήγε στη σωστή ταινία, αλλά στο λάθος ηθοποιό...

Γενικότερα το έργο ήταν αρτιότατο σε κάθε επίπεδο, προσφέροντας μάλιστα και το κάτι παραπάνω με τη στοχαστική του διάθεση & τους φιλοσοφικούς του παραλληλισμούς. Πάραυτα νιώθω πως του έλειπε η μεγαλειώδης και διαχρονική αξία που καθιστά μια ταινία αριστούργημα. Θα έλεγα πως ίσως έφταιξαν οι αυξημένες προσδοκίες που είχα κατόπιν της απονομής των Oscar ή το γεγονός ότι διαφώνησα με την ταινία σε επίπεδο ιδεολογικό, η αλήθεια όμως είναι ότι φέτος υπήρξαν άλλες παραγωγές που πληρούσαν κατά πολύ περισσότερο τα κριτήρια του τι εστί αριστούργημα, σε επίπεδο μάλιστα τόσο προφανές, ώστε να αδυνατώ να κατανοήσω σε ποιό σημείο ξεχώρισε το εν λόγω πόνημα των αφών Coen απέναντί τους: φέτος ήταν η χρονιά των There Will Be Blood και La Môme που ήταν και τα δύο πράγματι larger than life, με το Into The Wild να ακολουθεί αποκτώντας κατά τη γνώμη μου αυτόματα cult status.
Το No Country For Old Men το συγκαταλέγω μαζί με τo The Assassination Of Jesse James By The Coward Robert Ford στις ταινίες που σίγουρα ξεχώρισαν, αλλά δύσκολα θα αγγίξουν το χαρακτηρισμό του σημείου αναφοράς.

costinho είπε...

...όπως δύσκολα θα ξεχώριζε και το There Will Be Blood χωρίς την εξωπραγματική ερμηνεία του Daniel Day Lewis. Αν μη τι άλλο χιλιοειπωμένα πράματα, αλλά τέλοσπάντων...

 
 
 
 
Edited by © bananiotis